Η Γιαλλούρα
Διάφοροι ρωτούν (ακόμα τζαι Κυπραίοι) τι στο καλό σημαίνει ο υπέρτιτλος του ιστολογίου. Που κολλά η Γιαλλουρού, ποια εν η Γιαλλουρού, ποιοι φακκούν. Εξηγώ λοιπόν τα γεγονότα, αλλά το λόγο για τον οποίο το χρησιμοποιώ ως υπέρτιτλο τον αφήνω ως εργασία για το σπίτι.
Ο αγαπημένος μου Κυπραίος ποιητής εν ο Δημήτρης Λιπέρτης.
Μεν μου κλαίεστε για το Μιχαηλίδη. Η επιτυχία του εθνικού μας ποητή βασίζεται στην εμπορικότητα του. Ο άθρωπος έγραψε τσιαττιστά (ακόμα τζαι η 9η Ιουλίου εν ένα μεγάλο τσιαττιστό μετρικά). Βασικά ήταν ο Φοίβος της εποχής του. Έγραφε χαμηλής ποιότητας στίχο, στο πιο δημοφιλές μέτρο (λέγε με δεκαπεντασύλλαβο, ή απλούστερα το μέτρο που τραγουδά ο Κυπραίος στο τραπέζι μετά που πολλή ζιβανία), τζαι για τα πιο λαϊκίστικα θέματα. Σκεφτείτε ποια έργα του Μιχαηλίδη ξέρετε. Αν είσαστε ο μέσος Κυπραίος, τότε ξέρετε την 9η Ιουλίου τζαι τα Μιλλωμένα. Το πρώτο εν μες τον τρελλό εθνικισμό, με θυσιασμένους πεφωτισμένους ηγέτες της εκκλησίας, ανηλεείς αιμοβόρους Τούρκους κλπ. Το δεύτερο εν μια συλλογή που ποιήματα πορνό (απαιτείται γονική συναίνεση για άτομα κάτω των 18). Παρετάτε με λοιπόν με τον Μιχαηλίδη, ο Λιπέρτης εν πολλά καλύτερος.
Χωρίς να σημαίνει τούτο ότι ο Λιπέρτης εν Καβάφης, μεν παρεξηγούμαστε τζιόλας. Πιάστε τα άπαντα του, αξίζει τον κόπο να τα διαβάσετε. Έβρετε τζαι καμιά βιογραφία του για να μάθετε τζαι τες ιδιοτροπίες του. Όπως τζαι να έσιει το πράμα, ανάμεσα σε άλλα ποιήματα του ο Λιπέρτης έγραψε τζαι την Γιαλλούρα, της οποίας ο πρώτος στίχος ήρτε να γίνει υπέρτιτλος του ιστολογίου μου. Διότι νομίζω πως ταιρκάζει πολλά με τη νοοτροπία μας, εμάς τους Κυπραίους. Το παραθέτω πιο κάτω με μια περίληψη για όσους δυσκολεύκουνται με την κυπριακή διάλεκτο.
Περίληψη: Η μητέρα της Γιαλλουρούς ξυπνά τη νύκτα από κρότους που ακούει έξω από το σπίτι. Όποτε τους ακούει ανησυχεί, και ρωτά τη Γιαλλουρού αν τους ακούει και αυτή. Η Γιαλλουρού φροντίζει αμέσως να την καθησυχάσει, λέγοντας κάθε φορά πως είναι και ένα ζώο του σπιτιού (ο χοίρος και πεινά, το άλογο και διψά, ο ταύρος και είναι κοντά στην αγελάδα κλπ). Στο τέλος της θυμώνει κιόλας γιατί δεν την αφήνει να κοιμηθεί. Η μάνα της Γιαλλουρούς αποφασίζει να κοιμηθεί και να αγνοήσει τους θορύβους. Με το που κλείνει τα μάτια της, η Γιαλλουρού χύνεται στη αυλή και αρχίζει τα φιλιά και τα χάδια με αυτόν που έκανε τους θορύβους. Πάνω στο καλύτερο, ακούει τη φωνή της μάνας της να φωνάζει «αχ, κόρη μου, που να σε έχω αγκαλεμένη στο Θεό, αυτός είναι ο χοίρος, το άλογο και ο ταύρος, που σε έχει αγκαλιασμένη»;
Η Γιαλλουρού
- Βρα Γιαλλουρού, άκου, φακκούν.
- Μανά, εν το καπρέτιν
Το γέριμον τζείν’ το σιοιρίν,
Τζι άμαν πεινάσει νακκουρίν,
Κάμνει το σπίτι φέττιν.
- Μμα, κόρη, ττακκουρούν πολλά.
- Εν τ’αππαρίν αλώπως
Τζείν’ το συζίνιν τζαί διψά,
Σκαλίζει τζαί πορτοκλωτσά
Τζαί σιειέται πκιόν ο τόπος.
- Κόρη, ψίχου τζι εβ βούριστρον.
- Εν το ταυρίν σιούρου
Τζι ες σύγκοντα η κατσελλού
Πων την εσιοινιασες αλλού
Τζι έβαλεν την πωβούρου.
- Τούτον εν πλάσμαν, ττακκουρά.
- Ούσσου πκιον τζαί φοούμαι.
Μεν τζι εν το ζώθκιον του σπιδκιού
Του γέρημου τ’ αλακαδκιού·
Βρίξε πκιόν τζι εν τζοιμούμαι.
Εβριξεν η μανούλλα της …
Τζι εθώρες την γιαλλούραν
Να σιονωστεί μεσ’ την αυλήν
Τζαί μάτσιου μάτσιου πκιόν φιλίν
Με τζείνον που ‘ττακκούραν.
Πάνω σε τζείν’ την σταλαμήν που κρούζει τζι ανασταίννει
Την μιαν τζαί την αληθινήν
Τρεμουσιασμένη μιάφ φωνήν
Ακουσεν να ξεβαίννει.
- Α, που να σ’ έχω στοθ Θεόν, κόρη μ’, αγκαλεμένην·
Εν τούτος ζώθκιον τζι αππαρίν
Τζαί το σιοιρίν τζιαί το ταυρίν
Που σ’ έσιει αγκαλιασμένην;
