Μπαίνοντας στον καταυλισμό των αιτητών πολιτικού ασύλου, η μικρή μας ιστορία δε μπορεί παρά να χαμογελάσει. Βρίσκεται μέσα σε μια περιφραγμένη μάντρα, με ανθρώπους που της θυμίζουν αρνιά πριν το Πάσχα. Πίσω από τους ελαιώνες αντηχεί το Σφαγείο Κοφίνου. Αμήχανη, προσπαθεί να συνοψίσει μέσα της τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να συμπεριφερθεί, αφού η “κοινότητα” αυτή δεν είναι σαν τις άλλες.
Πάνω από όλα μια επιφύλαξη, στα όρια φοβίας. Λες άραγε κάποιος απο δαύτους να μην είναι πολιτικός πρόσφυγας, αλλά στυγνός δολοφόνος που κρύβεται από τους εχθρούς του; Ποιος ξέρει τι ψευτιές θα της ξεφουρνίσουν για να τους λυπηθεί, άλλωστε αυτοί θα πουν οτιδήποτε για να μην απελαθούν. Μήπως θα πει κάτι και να τους προσβάλλει χωρίς να το καταλάβει; Έκαναν φροντιστήρια Αγγλικών όταν ήταν δημοτικό;
Πολύ σύντομα ανακαλύπτει πως είναι σχετικά εύκολο να διαχωρίζει τις αλήθειες από τις ξεχειλωμένες αλήθειες. Από μέσα της αντιλαμβάνεται ποιο σκοπό επιτελεί τελικά στον κόσμο η ύπαρξη ορισμένων Κύπριων πολιτικών. Ακούει πράματα και θαύματα για τους πολέμους στο Κόνγκο και την Ακτή Ελεφαντοστούν, την δίωξη της αντιπολίτευσης στο Ιράν, το θρησκευτικό φανατισμό στο Πακιστάν και άλλα διάφορα. Ακούει επίσης περιστατικά που δείχνουν τη νοοτροπία λειτουργείας της κρατικής μηχανής στην Κύπρο, από Αστυνομία μέχρι Τμήμα Μετανάστευσης και Υπουργείο. Αποτροπιασμός.
Πολύ ενδιαφέρουσες και οι συζητήσεις με τα παιδιά, ηλικιών από δημοτικό μέχρι λύκειο. Λίγο γιατί δε φοβούνται όσο οι μεγάλοι, λίγο γιατί έχουν παραπάνω επαφή με την κυπριακή κοινωνία στο σχολείο, λίγο γιατί μιλούν καλύτερα ελληνικοαγγλικά. Η μικρή μας ιστορία μαθαίνει από αυτά πολλά για το στρατόπεδο. Αυτό που είναι φαινομενικά μια κοινότητα είναι στην πραγματικότητα σαν Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων της Εθνικής Φρουράς. Αντί για κλίκες επαρχιών υπάρχουν κλίκες χωρών. Οι νέοι νιώθουν εκτός τόπου και χρόνου, ενώ οι παλιοί διεκδικούν ιδιοκτησίες λόγω αρχαιότητας: τα καλά κρεβάτια, τα κοντέινερς που δε στάζουν κλπ. Κάποιοι υπάλληλοι συμπεριφέρονται σαν δεκαεννιάχρονοι λοχίες. Μια κρύα σούπα απελπισίας και αναισθησίας.
Ένα πράμα ζητούν ανεξαιρέτως, ελπίδα. Η πρώτη ερώτηση όλων είναι “μπορείς να μου βρεις δουλειά;”, ακολουθούμενη από την εξήγηση. Νιώθουν άσχημα που αντί να δουλεύουν και να είναι αυτοσυντήρητοι περιμένουν κάθε μέρα το βαν με το φαγητό. Θέλουν να ενταχθούν στην κοινωνία και να ζήσουν όπως όλοι οι άλλοι, χωρίς να εξαρτώνται από κανένα. Θέλουν να μάθουν ελληνικά, θέλουν να προσφέρουν στη χώρα που ελπίζουν πως δε θα τους διώξει. Δυστυχώς οι στατιστικές λένε πως θα τους διώξει. Η μικρή μας ιστορία μετανιώνει που ίσως να δίνει ψεύτικες ελπίδες σε εκ προοιμίου καταδικασμένους.
Τους λέει την αλήθεια. Τι μπορεί να κάνει και τι όχι. Το γεγονός όμως ότι δε μπορεί να κάνει πολλά δε σημαίνει πως δε μπορεί να κάνει τίποτα. Δε θα μείνει στα λόγια. Αρκετοί φιλάνθρωποι υπάρχουν πίσω από τα μικρόφωνα. Αρκετοί διδάσκουν από καθέδρας τα καλοντυμένα τους ακροατήρια τι είναι ηθική. Η μικρή μας ιστορία δε θα είναι ελεούσα, θα είναι ανθρώπινη. Μάθετε πως, στο τελευταίο επεισόδιο!
[*] Ο τίτλος του επεισοδίου είναι δανεισμένος στίχος από το τραγούδι “Combo combo” της Δήμητρας Γαλάνη, νομίζω. Αν δεν είναι, παρακαλώ διορθώστε με.
