Σε κάποια φάση της ζωής του ο Μπόρχες έκαμε μια διάλεξη στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία έβαλε τον αρφότεκνο του να διαβάζει παράγραφο προς παράγραφο το τελευταίο κεφάλαιο του Δον Κιχώτη, τζαι ο Μπόρχες ελάλε τη γνώμη του. Ο ίδιος περιέγραψε ύστερα που χρόνια, σε μια συζήτηση με το Σάμπατο, ότι άμα έφτασε στο σημείο που λέει «Ο Αλόνσο Κιχάνο, εν μέσω των κλαυθμών και των θρήνων όσων παρευρίσκονταν, παρέδωσε το πνεύμα, θέλω να πω, πέθανε» εκυρίευσε τον μια βαθιά θλίψη.
Στα νιάτα του ο Μπόρχες ένιωθε ότι ο Θερβάντες, στη σημείο που πεθανήσκει ο ήρωας του βιβλίου, έπρεπε να βάλει κάτι πιο μεγαλόστομο. Τζαι όμως, την πιο κρίσιμη ώρα έβαλε ένα απλό «θέλω να πω, πέθανε».
Επανερχόμενος όμως με την εμπειρία του χρόνου, ο Μπόρχες επαραδέχτηκε ότι η φράση κλείνει μέσα της τη συγκίνηση του συγγραφέα, έστω τζαι αν ο Θερβάντες εν είσιε συναίσθηση του πόσο καλά έγραφε. Εσύγκρινε τον μάλιστα με το «τα υπόλοιπα είναι σιωπή» του Άμλετ, λέγοντας ότι διαβάζοντας το αισθάνεται κάποιος ότι, κατά βάθος, ο Σαίξπηρ αδιαφορεί.
