Κι εγώ έχω γίνει γομολάστιχα, που σβήνει τα τετράστιχα, ανθρώπων και θεσμών.

Μπροστά μου ένα πιάτο με ψητό αρνάκι του φούρνου, πατάτες τζαι πουργούρι. Δίπλα το πιατούδι με το φρέσκο κρεμμύδι, ρεπανάκι τζαι ψωμί. Μιας τζαι είμαι μόνος μου στο μεσημεριανό σήμερα εν καλή ευκαιρία να προπονηθώ στο αγαπημένο μου σπορ, το people-watching. Πως λέμε wind-surfing; καμία σχέση.

Δεξιά μου (που αλλού θα ήταν) δυο υψηλόβαθμα στελέχη μονοεδρικού κόμματος εθνικών πεποιθήσεων. Κοστουμαρισμένοι με ασορτί γραβάτες, του ενός εν βαμμένα τα μαλλιά του. Κάτι λαλούν για τες αρχιεπισκοπικές εκλογές αλλά τι με νοιάζει εμένα. Πάντως τρώσιν τζαι οι δυο ρόστο. Λαλείς να το επιχορηγά τζαι τούτο η εκκλησία; Πάντως για τους σεισμοπαθείς 5000 λίρες ήσιε να δώκει που το υστέρημα της…

Μπροστά μου ένα ζευγαράκι τρώει μπάμιες τζαι ψητό. Ο τύπος έσιει ένα πολλά κουλτουρέ λουκ, με γκριζόασπρα γένια, τζαι κκέλης που πάνω. Ότι του έμεινε που γυρό εν μακρύ τζαι κάθε λίο σάζει το για να μεν τον ενοχλεί, ή για να εν ευπαρουσίαστος για την καλή του. Η κοπέλλα πρέπει να εν η γυναίκα του, τζαι ξεκάθαρα ξένη. Είμαι σίουρος ότι εν ένα που τα ζευγαράκια που εγνωριστήκαν τη δεκαετία του 70 κάπου στη Γερμανία, όπου ο τύπος έκαμνε τες σπουδές του. Μάλλον θα είναι κανένας που το Υφαντουργίο. Αξιόλογο πολιτισμικό κέντρο, έχει καιρό να παρακολουθήσω τι κάμνουν όμως.

Πάραδιπλα δυο καταστηματάρχες των πεζοδρόμων. Βρίζουν κάμποσο το δήμαρχο με περιστασιακές διακοπές για να τελειώσουν τη λουβάνα τους πριν κρυώσει. Κάπου τζιαμαί συνειδητοποιώ ότι, εξαιρώντας τον υποφαινόμενο, ο μέσος όρος ηλικίας στο μαειρκό είναι γύρω στα 45. Που την άλλη τρώω σε μαειρκά που τον τζαιρό που ήμουν 10 χρονών. Θυμάται κανένας το Ζεβεδαίο, δίπλα που το παλιό ΓΣΠ; Τζίνος έκλεισε, αλλά επιβιώνουν άλλα μαειρκά, κυρίως στην εντός των τειχών Λευκωσία. Τα Προπύλαια, ο Σαββάκης, ο Ματθαίος, μπορεί τζαι άλλοι που εν τους ξέρω. Τελοσπάντων, μπορεί να είμαι ακόμα ένας γέρος, αλλά το ψητό εν έσιει λάθος.

Αριστερά μου δυο τύποι έχουν φάει που ώρας. Τρων χαλουβά, πίνουν καφέ τζαι συνομιλούν, επίσης μεγαλοφώνως. Η συζήτηση εστιάζεται στη διαφορά της σάτιρας που το Σάτυρο. Το κινητό χτυπά τζαι διακόπτει τη συζήτηση. Με το τέλος της συνδιάλεξης ο ένας κλείει το κινητό τζαι αφήνει το Χατζηδάκη να ακουστεί που το ράδιο που υπήρχε τόση ώρα πίσω του. Η μουσική το συνεπαίρνει τζαι τραγουδά καραόκι…

Ό,τι μας βρήκε κι ό,τι μας λύπησε
σαν το μαχαίρι κρυφά μας χτύπησε
σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου
να πιω τον ήλιο μέσα απ’τα χείλη σου

ΥΓ: Ευχαριστίες στον Άσιμο για τον τίτλο.