Εν πειράζει.

Επερπατούσα με τη Μ. τζαι το Σ. στο μώλο της Λεμεσού, ο οποίος παρεμπτιπτόντως έγινε πανέμορφος. Ήταν γεμάτος ξένους εργάτες που επαίζαν βόλεϋ, εκάμναν πικ-νικ, ή απλά εξεκουράζουνταν τη μια μέρα της εβδομάδας που ξεφεύγουν που τους καταπιεστές τους, εμάς. Σε μιαν άκρη της προκυμαίας είσιε μια ομάδα που επροσηλύτιζε σε μια εκκλησία μάλλον αμερικανικής προελεύσεως. Ετραγουδούσαν, εμοιράζαν χαρτούθκια, τζαι επιάναν σε κουβέντα. Εμείς επιάσαμε το χαρτούδι να μεν φανούμεν ακατάδεχτοι, αλλά αποφύγαμε κάθε κουβέντα.

Η αποβάθρα ήταν ωραία, σπάνια πάω Λεμεσό τζαι να μεν πεθάνω που την υγρασία. Εκάτσαμε πάνω σε ένα παγκάκι τζαι εσυζητούσαμε… πολιτικά. Εν τζαι είπα ότι είμαι ρομαντικός, ούτε καν ενδιαφέρων. Τζιαμαί που επεριπαίζαμε τον κόσμο ούλλο, έρκεται μια που τες προσηλυτίστριες με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά της τζαι απλώνει το χεράκι με τα πολύχρωμα βαμμένα νύσια της να μου δώκει τζι άλλο χαρτί. Η Μ. ενημερώνει την ότι ήδη επιάσαμε την ώρα που επερνούσαμε που μπροστά τους, και την ευχαριστεί δεόντως.

Γυρίζοντας για να φύει, η κυρία γυρίζει με ένα γαλήνιο ύφος τζαι λαλεί μου “ο Ιησούς Χριστός σε αγαπά”.

Τζαι ενώ ούλλα επηένναν καλά, εκαταφέραμε να μεν έχουμε καμιά σχέση μαζί τους, τζαι ήταν έτοιμη να ζτυλήσει το αμαξούι της πάρατζει, ανοίω το στόμα μου τζαι λαλώ της “εν πειράζει”.

Κατάρα. Εν εμπορούσα να κρύψω μες τα βραστά μου ώσπου να φύει;

“Τι σημαίνει ‘εν πειράζει’”, λαλεί μου με ένα καθηγητίστικο ύφος. “Ο Ιησούς Χριστός πέθανε για να σε σώσει και εσύ λες ‘εν πειράζει’”; Επερίμενα να με στείλει στην υποδιευθύντρια. Ξέρετε, τζείνη τη πασιά με τα σγουρά μαλλιά που εμέτραν το μήκος των μαλλιών σου με την πέννα για να παρουσιαστείς αύριο το πρωί στο γραφείο της κουρεμένος. “Άμα πεθάνεις και σταθείς μπροστά στο Θεό εννα του πεις ‘εν πειράζει’”; εσυνέχισε η τύπισσα με το ίδιο ύφος.

Επετάχτηκε ο Σ., πιο ώριμος τζαι σοβαρός, τζαι λαλεί της “εν μεταξύ εμένα τζαι του Θεού τι εννα του πω”. Τίποτε, η τύπισσα έφκαλλε ατμούς που τα αυτιά. Μάλλον εκατάλαβε ότι είμαστε καταδικασμένοι τζαι έφυε. Η Μ. άρκεψε να διαμαρτύρεται που έφκαλα τη γλώσσα μου περίπατο πάλε. Μετά εχάσαμε το αυτοκίνητο μας τζαι επερπατήσαμε καμιά τριακοσιά μέτρα άδικα. Εγώ εξακολουθώ να νομίζω ότι εν έφταια…

Σε άλλα νέα, είδα ένα σημάδι ότι ο Θεός υπάρχει. Έπαιζα τάβλι με τον Κ. τζαι, σε μια συνταρακτική στιγμή του παιχνιδιού που μόνο το 5-2 εμπορούσε να με σώσει που την καταστροφή τζαι να γυρίσει το παιχνίδι υπέρ μου, υψώνω το βλέμμα προς τα ουράνια τζαι λαλώ “έτην ευκαιρία σου να μου αποδείξεις ότι υπάρχεις!”. Σύρνω τα ζάρκα, 5-2. Δυστυχώς το αποτέλεσμα εν ήταν αναπαράξιμο.

ΥΓ: Τι, εθέλετε να σας γράψω για τον Αρχιμανδρίτη τζαι το αγοράκι;

6 Αντιδράσεις από τους έξω

Αντιδράστε