Οι φτωχοί (;) συγγενείς.

Γράφει ο Φοίβος Παναγιωτίδης.

Ως φιλοξενούμενος του φίλου Γιώργου Σ., θα αποδομήσω ένα κείμενο του Β. Ρούβαλη που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία της 23ης Ιουνίου 2005. Ελπίζω να γίνει φανερό γιατί μόλις το διαβάσετε:

Μια πόλη που συγκρατεί το χθες

Περπατάς στη Λευκωσία κι αφουγκράζεσαι τους χρόνους της. Η πόλη συγκρατεί το χθες με χίλιους τρόπους. Το διακρίνεις στις προσόψεις των κτιρίων, στα τμήματα της μεσαιωνικής τάφρου που μοιάζουν ανέγγιχτα, στα μελαχρινά πρόσωπα. Παρεξηγημένη επαρκώς, η κυπριακή πρωτεύουσα είναι μια γοητευτική πόλη. Θυμίζει μεγαλοκοπέλες που, συγκρατημένα τρυφερές κι αφελείς, εξακολουθούν να ελπίζουν στο αύριο.

Η τοπική διάλεκτος διατηρεί τα προσχήματα. Οι αναμνήσεις της αγγλοκρατίας και η ψευδοεκλεπτυσμένη τηλεοπτική γλώσσα δεν καταφέρνουν να την κάμψουν. Το βλέπεις και το ακούς παντού. Ενας γλωσσικός θησαυρός ανοίγεται μπροστά σου. Το ηχόχρωμα παρεισφρέει στο σημαίνον και στο σημαινόμενο των λέξεων, οι φράσεις και οι προτάσεις αποκτούν μελωδικό νόημα από άλλες εποχές. Η «πράσινη γραμμή» υπενθυμίζει τον φόβο του μέλλοντος. Ο πωρόλιθος και οι αρχιτεκτονικές πινελιές αντιστέκονται στο άτσαλα ριγμένο τσιμέντο, ενώ η παλιά χάραξη των δρόμων δεν έχει αλλάξει. Οπως και η αντίληψη των γεροντοτέρων για τις ευθύνες της «μητέρας Ελλάδας». Στη σφαίρα της φαντασίωσης, βεβαίως, περιέρχεται η επανένωση του νησιού: η βόρεια πλευρά, η «κατεχόμενη», μοιάζει με ανατολίτικο πανηγύρι του 19ου αιώνα. Οι γυναίκες καλύπτουν το κεφάλι τους μόλις περνούν «ξένοι» από τη γειτονιά. Τα παιδιά παίζουν μέσα στα βρώμικα χώματα και στα σκουπίδια, ενώ οι άντρες «ραχατεύουν» σιωπηλοί στα πεζούλια. Για όλους αυτούς τους ανθρώπους η επανένωση δεν φαίνεται να είναι κάτι λιγότερο από πολιτική ελευθερία, ατομική αξιοπρέπεια, χρήματα.

Οσο γι’ αυτά, ο «νότος» διαθέτει άφθονα. Μα δεν αρκεί· το νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο κάνει δειλά βήματα ενώπιον του νεοπλουτισμού, τα αμιγή βιβλιοπωλεία είναι ελάχιστα, οι αναγνώστες ακόμη λιγότεροι. Υπάρχει όμως η ενστικτώδης αντίδραση της μνήμης, της ελπίδας, του έρωτα. Είναι κι αυτό ένα «άρωμα νίκης» που αναπάντεχα σε περιβάλλει. Τότε συμπαθείς τη Λευκωσία, με όλες τις αντιφάσεις της. Και ξαναγυρνάς.

Κανονικά δε χρειάζεται να κάνω επισημάνσεις για τον συσκοτιστικό και ακυρολεκτικό τρόπο που είναι δομημένο το κείμενο. Αλλά όσο επαναπαυόμαστε στο πόσο αυτονόητα είναι κάποια ζητήματα, τόσο τα αφήνουμε να μας διαβρώνουν.

Κατ’ αρχήν, ποια είναι τα «τμήματα της μεσαιωνικής τάφρου που μοιάζουν ανέγγιχτα»; Εκείνα που φιλοξενούν πάρκινγκ, βλάστηση πάρκου και τένις κλαμπ; Νομίζω πως δεν υπάρχουν ανέγγιχτα τμήματα. Ευτυχώς. Για φανταστείτε να είχανε μείνει από το 1570 τμήματα της τάφρου ανέγγιχτα, θα είχαμε πνιγεί στη μπόχα και στο μπάζο. Παρεμπιπτόντως, να μας φωτίσει ένας ιστορικός: το 1570 βρίσκεται στον Μεσαίωνα, όσον αφορά την κυπριακή ιστορία;

Μου κάνει εντύπωση που του συντάκτη του έκαναν εντύπωση τα «μελαχρινά πρόσωπα». Ενδεχομένως στην Αθήνα να σουηδέψανε όλοι από την τελευταία φορά που πήγα. Μάλλον οι λευκωσιάτικες φυσιογνωμίες του έφεραν στον νου τη σημαντική μαρτυρία πως οι Κύπριοι κατάγονται από θεούς και δαίμονες.

«Η τοπική διάλεκτος διατηρεί τα προσχήματα.» Δηλαδή δε βγάζει το στηθόδεσμο σε ‘οικογενειακή’ παραλία; Φοράει εσώρουχα; Προσέχει πώς απευθύνεται στους ηλικιωμένους; Ποια προσχήματα;

«Το ηχόχρωμα παρεισφρέει στο σημαίνον και στο σημαινόμενο των λέξεων, οι φράσεις και οι προτάσεις αποκτούν μελωδικό νόημα από άλλες εποχές.» Αμάν. Το δεύτερο μισό, (δηλαδή «οι φράσεις και οι προτάσεις…») θα το δούμε πιο κάτω. Το πρώτο μισό είναι περίεργο: τι θα πει ‘σημαίνον’; Απλά, το πώς προφέρεται μια λέξη, λ.χ. η λέξη ‘και’ προφέρεται ‘ke’ ή ‘che’ ανάλογα με το από πού κρατάει η σκούφια σου. Μπορεί να παρεισφρήσει το ηχόχρωμα στο σημαίνον; Ε, ναι, μπορεί. Οκέι. Στο σημαινόμενο (δηλαδή στη σημασία της λέξης, υπεραπλουστεύοντας και πάλι) μπορεί να παρεισφρήσει το ηχόχρωμα; Όχι. Γιατί λοιπόν το λέει έτσι ο συντάκτης του κειμένου; Στην καλύτερη περίπτωση, τα μπέρδεψε. Στη χειρότερη, πρόκειται για ψευδοποιητίζον φραστικό πυροτέχνημα, ατυχής επίδειξη ατελούς λογιότητας — σύμπτωμα του δημοσιογραφικού ύφους στα ελληνικά (ξέρετε, όπως ‘το άψυχο κορμάκι της άτυχης μικρής’, ‘θυσία στον Μολώχ της ασφάλτου’ κοκ, όμως πιο κουλτουριάρικα).

«βρώμικα χώματα»; Καθαρά χώματα υπάρχουν; Κι αν ναι, πού; Υπάρχουν μανάδες που θα πλήρωναν χοντρά για αυτή την πληροφορία.

«το νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο» Το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου ίσως;

Λοιπόν, σε αυτό το σημείο αναρωτιέμαι τι θέλει να μας πει αυτό το κομμάτι, όπου η αμέλεια συγχέεται με την ποιητική άδεια. Βέβαια, θα αναρωτιόταν κανείς γιατί χρειάζεται να γράφει κανείς ποιητικά ένα κομμάτι που προορίζεται για εφημερίδα, και μάλιστα ταξιδιωτικού χαρακτήρα (είναι φανερό ότι ο συντάκτης εστάλη σε απόστολή στη Λευκωσία). Εν πάση περιπτώσει.

Τι θέλει, λοιπόν, να πει ο ποιητής; Κατ’ αρχήν πως η Λευκωσία βρίσκεται στο παρελθόν: «αφουγκράζεσαι τους χρόνους της» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), «συγκρατεί το χθες», καθώς και η σύγκριση με «μεγαλοκοπέλα». Επίσης, η πόλη φοβάται το μέλλον και διατηρεί την «παλιά χάραξη των δρόμων». Επομένως, ανιχνεύεται «η ενστικτώδης αντίδραση της μνήμης, της ελπίδας, του έρωτα». Του έρωτα; Ποιου έρωτα; Στην Περικλέους; Εκεί στο τζαμί; Στην Επτανήσου; Ή στην Ντ’ Αβίλα; Ενδεχομένως στο Mberdema. Δε βαριέσαι, παντού κολλάει λίγος έρωτας.

Επιπλέον, και η κυπριακή διάλεκτος είναι του παρελθόντος, σχεδόν λέιψανο: «μελωδικό νόημα από άλλες εποχές». Ποιες εποχές; Θα δούμε. Τουλάχιστον δεν είναι όπως οι βόρειοι, οι οποίοι, φυσικά, είναι απροκάλυπτα ανατολίτες (μάλλον δεν πρόφτασε να βγει από τα τείχη): «ανατολίτικο πανηγύρι», φυσικά «του 19ου αιώνα» (έχουν αλλάξει τόσο πολύ τα ανατολίτικα πανηγύρια έκτοτε; ποιος ξέρει, ο Σαΐντ ο σχωρεμένος ίσως), οι γυναίκες καλύπτουν το κεφάλι, τα παιδιά, είπαμε, οι άντρες λιάζουν στον ήλιο τα χαμνά τους — όπως λέει κι ο ποιητής. Αυτοί είναι οι βόρειοι: βρωμιάρηδες οπισθοδρομικοί ανατολίτες για τους οποίους «η επανένωση δεν φαίνεται να είναι κάτι λιγότερο από πολιτική ελευθερία, ατομική αξιοπρέπεια, χρήματα». Και τι να είναι; Θέωση; Νιρβάνα; πολλαπλός οργασμός; Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η πρόταση; Τι να σημαίνει η επανένωση για τους πάμπτωχους εντός των τειχών έποικους (γιατί αυτούς περιγράφει). Ενδεχομένως να είναι σχήμα λόγου που υπαινίσσεται πως οι Τουρκοκύπριοι θέλουνε λύση εις βάρος μας.

Επιστρέφοντας στον Νότο, μαθαίνουμε πως όχι μόνο ζει από το παρελθόν και μέσα του, αλλά είναι και καφρότοπος: «…ενώπιον του νεοπλουτισμού, τα αμιγή βιβλιοπωλεία είναι ελάχιστα, οι αναγνώστες ακόμη λιγότεροι.» Μάλλον ο συντάκτης δεν έχει βρεθεί στο Φαρ Ουέστ της ελληνικής επαρχίας, άλλωστε στην Πράγα των πατέρων του, όπου κάθε γωνιά και ‘αμιγές’ βιβλιοπωλείο, διαβάζουνε Μαρκούζε εναλλάξ με Χαίλντερλιν και Καμύ στα τραμ και λεωφορεία, ενώ ακούνε Μπουξτεχούντε, Μοντεβέρντι και Κερουμπίνι.

Πάντως έχουνε λεφτά, «άφθονα». Εννοείται. Άλλωστε αυτό λένε και οι ίδιοι διαρκώς. Ιδίως στα ορεινά χωριά. Ιδίως στους προσφυγικούς συνοικισμούς και στην παλιά Λεμεσό.

Τι μαθαίνει λοιπόν ο αναγνώστης της Ελευθεροτυπίας διαβάζοντας τα άνωθι; Αυτά που ήδη ξέρει, αυτά που του λένε οι πολιτισμένοι παλαιοαριστεροί ελληνόφρονες. Οι Κυπραίοι είναι φραγκωμένοι, μιλούνε περίεργα, ζουνε στο παρελθόν, έχουνε δίπλα κάτι Γύφτους που ξύνονται, μαντηλώνονται και παίζουνε στα βρώμικα (πλην όμως, όπως ξέρουν όλοι στην Ελλάδα, ελληνικά) χώματα. Αμήν.

Πριν κλείσω, με τσίγκλισε η στάση του συγγραφέα απέναντι στην κυπριακή ελληνική. Είναι, βεβαίως, αντίκα κι αυτή, κάπως γραφική που «οι αναμνήσεις της αγγλοκρατίας και η ψευδοεκλεπτυσμένη τηλεοπτική γλώσσα δεν καταφέρνουν να την κάμψουν». Και πάλι, η αντίσταση του παρελθόντος, της παράδοσης. Εναντίον του ‘σάις’ και του ‘να κάνω κόπυ’ καθώς και της άφθονης ελληνικούρας και των κορακίστικων της κυπριακής τηλεόρασης, όπου οι ντόπιοι πολιτικοί «παρακάθονται σε δείπνα» (ε, να κάθονται λιγότερο) και η θερμοκρασία δεν πέφτει αλλά (σπανίως, βέβαια) «κατέρχεται». Ενδεχομένως η επισήμανση αυτής της δυναμικής να είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο του άρθρου, πάντως μάλλον είναι το πιο οξυδερκές, το οποίο όμως αμέσως κορνιζώνεται στην ελλαδική περί Κύπρου ιδεολόγηση: «ενας γλωσσικός θησαυρός». Διότι, φυσικά, οι θησαυροί του ελληνισμού, και δη του ακριτικού, είναι οι θησαυροί της παράδοσης, άρα του παρελθόντος, ζέχνουν ναφθαλίνη, πωρόλιθο, έρωτα, ενίοτε σου φέρνουνε την υπόσχεση ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς…», «ένα «άρωμα νίκης» που αναπάντεχα σε περιβάλλει» δηλαδή. Υπό αυτούς τους όρους «συμπαθείς τη Λευκωσία, με όλες τις αντιφάσεις της.» (γιατί μόνον αντιφατική μπορεί να είναι η κάθε εσχατιά). Και (ώμοι!) «ξαναγυρνάς».