Εύρημα για τον εραστή των ωραιοτήτων.

Έτσι αποκάλεσε το Λιπέρτη ο Παλαμάς (1), σημειώνοντας μάλιστα ότι “το ατύχημα που τον κρατεί σε μιαν απόσταση από μας τους ίδιους τους γραμματισμένους να τον εννοήσουμε και να τον αισθανθούμε: Είναι η καθάρια του κυπριακή ντοπιολαλιά. […] Η αδυναμία να την αισθανθούμε αυτής της γλώσσας την ομορφιά, […] να την αισθανθούμε ολόγυμνη παραδομένη στα ψαξίματα μας”.

Παρόλο που παρασιέζει το ο Λιπέρτης στη υπερβολική χρήση της κυπριακής τζαι στην κατά τη γνώμη μου άκομψη εμμονή στα ηθοπλαστικά ποιήματα, εν σίουρα που τους πιο μεγάλους Κυπραίους ποιητές. Προσωπικά εκτιμώ τον παραπάνω που το Μιχαηλίδη ή το Μόντη.

Άκουσα εψές πως αναλυτές προσέχουν ότι εφρόντισε να εξαλείψει κάθε Τουρκικής προέλευσης λέξη που τα έργα του. Αν όντως ισχύει τούτο (εννα το ψάξω άμαν έχω ώρα) χάνει τζι άλλους πόντους, γιατί η Κυπριακή εν ολοκληρώνεται σαν εμπειρία χωρίς τες μπαστάρδικες εισαγωγές που διάφορες γλώσσες (Τουρκικά, Αραβικά, Ιταλικά, Εγγλέζικα). Πέραν της κριτικής αφήνω σας με απόσπασμα που ένα που τα αγαπημένα μου(2):

    Σγιαν είσαι, Μαρικκού, μεσοτζαιρίτισσα
    τζαι παν ν’ ασπρίσουν τέλεια τα μαλλιά σου,
    αξίζεις ό,τι πεις, είσαι βασίλισσα,
    στέκεις ακόμα, τζ’ είσαι στα καλά σου.

    Τζ’ οι παίδενες που την αζούλα σπάζουσιν,
    εν σε χωνεύκουν, μάνα μου, αλόπως.
    Βάλλεις τες κάτω τζι ούλλες καττουδκιάζουσιν,
    τζαι φταίουν τους τα ρούχα τους τζι ο τόπος.

    […]

    Εν ειξαίρω ποττέ αν αθθυμήθηκες
    την κούφη της ελιάς τζ’ είν’ του Βασίλη,
    που ‘πκιάσαν τα νερά τζ’ έμπης τζ’ εκρύφτηκες,
    τζ’ ήρτα τζ’ εγιώ τζ’ εφίλουν σε στα σιείλη.

    Τζ’ είν’ την ελιάν εβόρασα την τζ’ έχω την,
    τ’ αθθύμιον σου για μεν εν ο καρπός της
    τζαι που το μάλαμαν περίτου γλέπω την,
    γιατί παρηορκά μου εν το σσιος της.

(1) Στον πρόλογο που έγραψε για τα Τζυπριώτικα Τραούδκια (Τόμος Β’)

(2) Εν “Η κούφη της ελιάς” που τα Τζυπριώτικα Τραούδκια (Τόμος Α’)

Αντιδράστε